Γεννήθηκα όπως κάθε παιδί γεμάτη όνειρα. Τέλειωσα τις σπουδές μου και τα όνειρά μου γινόταν όλο και μεγαλύτερα. Πίστευα με σιγουριά πως μια μέρα θα κατασκευάσω μία από εκείνες τις υπέροχες γέφυρες που συναντάς στις μεγάλες πολιτείες και στη θέα τους, σου κόβεται η ανάσα. Διέκοψε τους στόχους μου η μητρότητα, όμως επέστρεψα στα θρανία για να τελειώσω τις σπουδές μου στην Αγγλική γλώσσα. Πώς θα χτίσω γέφυρες σε άλλες χώρες αν δεν γνωρίζω τη γλώσσα τους;  Η απάντηση ήρθε ένα ζεστό μεσημέρι. Με μια μαγειρική κουτάλα στο ένα χέρι και την Agatha στο άλλο, με σκούντηξαν βίαια με μια απρόσμενη ιδέα. Ήταν σαν να μ’ έσπρωχνε να βοηθήσω κι εγώ στο να χτιστεί μια γέφυρα συναισθημάτων που δε θα ενώνει δυο πολιτείες, αλλά τον κόσμο ολόκληρο…

Συνέλεξη


Αγαπώ την άναρχη αλήθεια.

Επιβιώνω γιατί τολμώ ν’ αναπνέω.

Μαγεύομαι από την ομορφιά του κόσμου.

Φοβάμαι τη δικτατορία της υποκειμενικότητάς μου.

Χαίρομαι που οι αδυναμίες μου με δυναμώνουν.

Γοητεύομαι από την επικίνδυνη αναμέτρηση με το μυστήριο.

Απολαμβάνω τα βιβλία που μου δίνουν «τροφή» και τις συζητήσεις που τείνουν στο άπειρο.

Πληγώνομαι ακόμα. Το αμυντικό μου σύστημα είναι κάτι σαν το γεφύρι της Άρτας.

Συγχωρώ για να γιατρεύομαι.

Ενεργώ με τρόπο μυστικό.

Νοσταλγώ τα καλοκαίρια που πέρασαν κι εκείνα που θα έρθουν.

Απεχθάνομαι τη φλυαρία και τις «κουβεντούλες».

Θαυμάζω τη δυναμική της απλότητας που πάντα με νικά.

Οργίζομαι με τον υποκριτικό έλεγχο των ανήθικων ανθρώπων.

Κουράζομαι από την πολύβουη καθημερινότητα κι αναζητώ την απομόνωση για ν’ ανασυνταχθώ.

Νιώθω οικεία με όσους αμφισβητούν τα καθιερωμένα.

Σκέφτομαι από επιλογή.

Απογοητεύομαι με τον εαυτό μου, συχνά.

Έλκομαι από τα δυνατά μυαλά, αλλά πολύ περισσότερο από τις δυνατές καρδιές.

Ελπίζω μαζί, εγώ κι εσύ, ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Νομίζεις πως δε γίνεται; Σου έχω καλά νέα, τον αλλάζουμε ήδη…