Γράφει η Μαρία Καλλίλα

Έχει και το φθινόπωρο τις δικές του αγάπες. Μπορεί να μην είναι ηλιόλουστες όπως οι καλοκαιρινές, μπορεί να μην είναι τυλιγμένες με γούνινο παλτό όπως οι χειμωνιάτικες και μπορεί να μην μοσχομυρίζουν λουλούδια όπως αυτές της άνοιξης, αλλά υπάρχουν και δηλώνουν το παρών μέσα στο χρόνο και στο χώρο.

Αν είχαν χρώμα θα ήταν εκείνο το κίτρινο που παίρνουν τα φύλλα που στρώνονται στα πεζοδρόμια, αν είχαν άρωμα θα ήταν αυτό που αναδύει το χώμα στην πρώτη βροχή κι αν είχαν γεύση θα ήταν αυτή από το σπιτικό κουλουράκι που βουτάμε στον καφέ που αρχίζουμε να πίνουμε σε βαθύ φλιτζάνι ξεχνώντας παγάκια και καλαμάκια.

Δεν είναι από εκείνες τις αγάπες που φορούν μαγιό και μυρίζουν καρύδα και σίγουρα δε χωράνε σε τσάντα θαλάσσης. Είναι ντυμένες με τζιν μπουφάν, κρατάνε σακίδιο και περπατάνε με αθλητικά. Συναντιούνται σε μικρά καφέ που έχουν ανοιχτά παράθυρα για να ακούγεται ο ήχος της βροχής και μεθούν με δροσερά κρασιά σε μικρές στοές κι όχι με μπίρες στην ακροθαλασσιά.

Αλλά είναι αγάπες δυνατές και πολλά υποσχόμενες. Είναι αγάπες αποφασισμένες να κρατήσουν και να αντέξουν, να στηριχτούν στη δύναμη της ευχής που δίνεται στα νέα ξεκινήματα και να χαράξουν πορεία για να βρεθούν αγκαλιασμένες τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Θα τις συναντήσεις κάπου γύρω σου, να περπατάνε πιασμένες χέρι-χέρι τα δροσερά απογεύματα, ακούγοντας μουσική ή καθισμένες σε σκαλιά διαβάζοντας και συζητώντας, κάνοντας σχέδια και λογαριασμούς. Και αν χρειαστεί να τις απαθανατίσεις, εστίασε το φακό σου σ’ εκείνο το φιλί τους, αυτό που κάνει τα σώματα να μυρμηγκιάζουν, τα χείλη να τρέμουν και τα μάτια να βουρκώνουν, εστίασε εκεί που γεννιέται το ρίγος από ένα φύσημα ζωής μέσα στο σώμα κάποιου.

Είναι εκείνες οι αγάπες που μαθαίνουν να περπατούν, να μιλούν και ψάχνουν κάπου να φωλιάσουν, όχι από ανάγκη για εφήμερο συναίσθημα αλλά από επιθυμία για ζεστασιά κι άραγμα σε σταθερά λιμάνια κι όχι σε πλωτά υποκατάστατα.

Τέτοιες αγάπες γεννάει το φθινόπωρο…

Φυλαγμένες σε ριζόχαρτο όπως στα φυτολόγια, εκείνο το περίεργο μπλοκ που μέσα στις σελίδες του φυλάκιζες φύλλα και λουλούδια κι αποτύπωνες γύρω τους με μολύβι το ίχνος τους, γράφοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

Κάπως έτσι θα μπορούσες να φυλάξεις εκεί μέσα και τούτες τις αγάπες. Θα μάζευες ένα από τα πεσμένα κίτρινα φύλλα, θα το κολλούσες κι ίσως να μην σημείωνες δίπλα του τίποτε περισσότερο από μια ευχή «η αγάπη που γεννήθηκε αυτό το φθινόπωρο να κλείσει μέσα της τα μπορώ και τα θέλω όλων των εποχών που θα συναντήσει στο διάβα της».