Γράφει η Μαρία Καλλίλα

Ξύπνησα απόψε εξαιτίας κάποιου εφιάλτη…

…Ήμουν, λέει, πάλι παιδί και σκαρφάλωνα στα βράχια για να φτάσω στο ψηλότερο σημείο και να κάνω βουτιά. Τα κατάφερα, πήρα φόρα κι ένιωσα το νερό να με δροσίζει και να ηρεμεί τις ανάσες μου. Μου άρεσε δε τόσο πολύ όλη αυτή η εμπειρία που θέλησα να ξαναδοκιμάσω. Άρχισα να σκαρφαλώνω πάλι, μα όσο ανέβαινα μεγάλωνα, κάθε βήμα κι ένας χρόνος ζωής παραπάνω. Φτάνοντας στην κορυφή είχα πλέον φτάσει στο σήμερα. Πήρα πάλι φόρα για να βουτήξω, όμως στην άκρη του βράχου σταμάτησα. Δίστασα να πηδήξω, νιώθοντας τα πόδια μου κολλημένα να μην μπορούν να κινηθούν… Προσπαθούσα να κάνω βήματα αλλά ήταν αδύνατον…

Ξύπνησα όλο αγωνία κι άγχος κι άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί δεν τόλμησα να βουτήξω. Γιατί δε νίκησα όσα με κρατούσαν μακριά από αυτό που λαχταρούσα να κάνω; Μήπως μεγάλωσα τόσο που ο ενθουσιασμός κι η λαχτάρα να βιώσω το παρακάτω επισκιάστηκε από τον φόβο της αποτυχίας; Τι φοβήθηκα; Τη βουτιά ή μήπως την πτώση;

Λίγα μέτρα μόνο με χώριζαν από την εμπειρία που υποτίθεται πως θα μου έδινε χαρά, μα δεν ήθελα να πάρω το ρίσκο. Φοβήθηκα πως δεν ήμουν έτοιμη. Άφησα τις αναστολές να γίνουν τροχοπέδη κι έμεινα κολλημένη στο βράχο να κοιτάζω από ψηλά, υπακούοντας στις φοβίες μου. Όσο ανέβαινα και μεγάλωνα, βάπτιζα τα μισοτελειωμένα βιώματα μου, πληγές, φόβους κι απωθημένα.

Άκουγα από μακριά κάποιους στο πλήθος να μου φωνάζουν να τολμήσω.  Να ανοίξω τα φτερά μου και να αφεθώ. Να πάρω το ρίσκο και να κάνω το άλμα κι ας τσακιστώ. Ίσως γιατί κάποιοι από αυτούς, δε θα άλλαζαν με τίποτα εκείνη την αίσθηση ελευθερίας κι ευτυχίας όση ώρα βρίσκονταν στον αέρα παρά την όποια κατάληξη έμελε να έχει η προσγείωσή τους.

«Πήδα, μου φώναζαν και μη σε νοιάζει τίποτα, εμείς είμαστε ακόμη ζωντανοί κι ας είναι το κορμί κι η ψυχή μας σημαδεμένα. Ζήσε χωρίς να μετράς τα βήματά σου, μόνο πάρε βαθιές ανάσες και κάνε βουτιά στα όνειρά σου». Ενώ κάποιοι άλλοι εκεί κοντά τους, ίσως φώναζαν να τολμήσω, προσπαθώντας να με πείσουν να πράξω εγώ, αυτό που οι ίδιοι δεν είχαν τη δύναμη να πράξουν κι έμειναν με τα όνειρα μισά ζώντας με μυθοπλασίες για παρηγοριά.

Φωνές μπερδεμένες ανάμεσα στα «μη» και στα «όχι δεν πρέπει», εκείνων που έγιναν μπροστάρηδες για το υποτιθέμενο «καλό μου». Κάποιοι από αυτούς θέλησαν να φτιάξουν κι ομάδα διάσωσής μου από την πτώση στήνοντας δίχτυ ασφαλείας. Μα τα δίχτυα δεν είναι πάντα για να σώνονται οι ζωές. Πολλές φορές τα δίχτυα γίνονται μάρτυρες για τις τελευταίες ανάσες όσων πιάνονται σ’ αυτά.

Είδα κι άλλους να έρχονται προς το μέρος μου κρατώντας συρματόπλεγμα για να το στήσουν μπροστά μου μην τύχει και κατρακυλήσω. Κι ήταν εκείνοι, οι ίδιοι που δεν τόλμησαν ποτέ το παραπέρα κι έμειναν στα ασφαλή ύδατα και πάντα στα ρηχά φορώντας γύρω τους ένα σωρό σωσίβια, μην τύχει κι έρθει το κύμα και τους πνίξει. Εκείνοι που έμαθαν να κολυμπούν σε λιμνάζοντα νερά, περιφραγμένα προς αποφυγή κάθε λογής παρέμβαση. Μα κι αυτοί ζωντανοί είναι ακόμη και δείχνουν ευτυχισμένοι μέσα στην ασφάλειά τους.

Και τώρα τι γίνεται; Πόσα μέτρα πίσω πρέπει να κάνω για να πάρω τη σωστή φόρα και να νιώσω ασφάλεια τουλάχιστον όσο βρίσκομαι στον αέρα;

Ίσως αν ήξερα τι με περιμένει όταν προσγειωθώ, όλα να ήταν ευκολότερα και να μην δίσταζα τόσο. Αν ήξερα πως όλα θα πάνε καλά, πως δε θα τραυματιστώ, δε θα πονέσω, δε θα πληγωθώ, να μην στεκόμουν εκεί στην άκρη του βράχου αναποφάσιστη. Αν μπορούσε κάποιος να ελέγξει το νερό για να με προστατέψει. Μα πάλι αυτός ο κάποιος δε θα κρίνει με βάση τις δικές του προτιμήσεις; Πώς μπορεί να ξέρει αυτός καλύτερα από εμένα για εμένα; Ποιον θα μπορούσα άραγε να εμπιστευτώ πέρα από τον εαυτό μου; Τις φωνές του πλήθους, τους προστάτες μου, τα χρόνια που πέρασα σκαρφαλώνοντας και δυναμώνοντας, τα νερά που βαθαίνουν και ρηχαίνουν έτσι ξαφνικά; Τι να πιστέψω και σε τι να αφεθώ;

Σηκώθηκα αφήνοντας πίσω μου τον εφιάλτη. Ή μήπως ήταν μόνο ένα όνειρο τελικά; Έριξα νερό στο πρόσωπό μου αφήνοντας τη δροσιά του να ξυπνήσει κάθε κύτταρό μου και τότε κατάλαβα πως το ταξίδι και το άλμα είναι μόνο δική μου απόφαση και δική μου μάχη λαμβάνοντας υπόψη κινδύνους και παραμέτρους που πάντα θα παραμονεύουν περιμένοντας εμένα και μόνο να φανώ πιο δυνατή από αυτούς.