Στις 20 Μαΐου, η Χριστίνα Φλαμπούρη έγινε η πρώτη Ελληνίδα που πάτησε την ψηλότερη κορυφή της Γης (8.850 μ.), στα Ιμαλάια. Έξι ημέρες νωρίτερα, ήταν η πρώτη Ελληνίδα που πατούσε τη Λότσε (8.516 μ.), την τέταρτη ψηλότερη κορυφή του πλανήτη, επίσης στα Ιμαλάια, την οποία είχε κατακτήσει το 2008 ο Χάρης Κυριακάκης. Αυτό ήταν το δεύτερο προσωπικό της ρεκόρ. Το τρίτο ήταν ότι ανέβηκε σε δύο κορυφές μεγαλύτερες των 8.500 μ. σε διάστημα έξι ημερών – επίτευγμα που κανένας άλλος Έλληνας δεν έχει να επιδείξει. «Αυτό είναι το προσόν μου. Ούτε πολύ δυνατή είμαι ούτε έχω άψογη τεχνική. Μόνο ότι κάνω εύκολο recover. Μετά από 8άρα κορυφή χρειάζεται περίπου ένας μήνας ξεκούραση. Την επομένη της Λότσε, ξύπνησα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα», λέει.

Παρότι θεωρείται ότι σε τέτοια υψόμετρα χρειάζεται τεράστια μυϊκή δύναμη και αντίστοιχη εμπειρία, η περίπτωση της Χριστίνας Φλαμπούρη, μέλους του ΕΟΣ Αχαρνών, το διαψεύδει, αφού η 30χρονη Ελληνίδα σκαρφαλώνει μόλις τα τελευταία πέντε χρόνια. Mάνατζερ στο τμήμα πωλήσεων της εταιρείας Παπαστράτος, ξεκίνησε την πορεία εις ύψος ως χόμπι, για να νικήσει την υψοφοβία της. Η μία κορυφή έφερε την άλλη, μέχρι που πάτησε στις Άνδεις και στις Άλπεις. Στην κορυφή του όρους Μακ Κίνλεϊ (6.190 μ.) στην Αλάσκα, όμως, ήταν που αποφάσισε να πετύχει το 7 Summits (κατάκτηση της ψηλότερης κορυφής κάθε ηπείρου). Από αυτές –και εκτός από το Έβερεστ– έχει σκαρφαλώσει στο Ελμπρούς στη Ρωσία (5.642 μ.), στην Ακονκάγκουα (6.962 μ.) στην Αργεντινή, στο Κιλιμάντζαρο (5.895 μ.) στην Τανζανία και στην Πυραμίδα Κάρστενς (4.884 μ.) στην Παπούα.

ΑΚΡΑΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Το ταξίδι της κράτησε δύο μήνες και δεν ήταν εύκολο. Οι καιρικές συνθήκες στα Ιμαλάια είναι ακραίες και μόνο Απρίλιο και Μάιο επιχειρούνται αναβάσεις. Φέτος, λόγω αλλεπάλληλων τυφώνων και χιονοστιβάδων, οι ομάδες έμειναν κάτω μέχρι τα τέλη Μαΐου. «Τον μεγαλύτερο φόβο μού προκαλούσε ο παγετώνας Khumbu. Κατά τη διάρκεια της ημέρας αλλάζει συνέχεια μορφή. Πέφτουν κομμάτια, δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη πού πατάς. Έτσι κι αλλιώς, στο βουνό το μόνο που φοβάμαι είναι ό,τι  δεν μπορώ να ελέγξω, τις χιονοστιβάδες ας πούμε. Και αυτή ακριβώς είναι η ιδιομορφία του Έβερεστ, ότι δεν εξαρτάται από τις δικές σου δυνάμεις. Στο camp 3 (7.470 μ.) ανέβηκα χωρίς οξυγόνο. Ένιωθα καλά και είπα να καθυστερήσω να το χρησιμοποιήσω, για να εγκλιματίζομαι. Δηλαδή, αν ο Σέρπα δεν είχε άλλο οξυγόνο την ημέρα κορυφής, τι θα έκανα; Θα πέθαινα εκεί;».

Η χειρότερη στιγμή ήταν πέντε μέτρα πριν από την κορυφή Λότσε. «Βλέπω έναν άνθρωπο καθισμένο και πάω να του μιλήσω. Ο Σέρπα μού εξήγησε πως ήταν νεκρός. Βρισκόταν εκεί, παγωμένος, δέκα χρόνια. Σκαρφάλωνα και έκλαιγα. Και στην ανάβαση του Έβερεστ είχα τέτοια συναπαντήματα. Πολλοί ορειβάτες αφήνονται εκεί όπου χάθηκαν». Λένε πως αυτό συμβαίνει γιατί έτσι ορίζει ο άγραφος νόμος του βουνού: είναι μια προειδοποιητική ένδειξη κινδύνου. Ή, απλώς, είναι αδύνατον να καθαριστεί το βουνό σε τέτοια υψόμετρα. Φέτος μόνο, από την αρχή του 2019, έχουν χαθεί έντεκα άνθρωποι, ενώ πρόσφατα έγινε και προσπάθεια καθαρισμού.

Η επιτυχία στο Έβερεστ ήρθε λίγες ημέρες πριν από τους θανάτους ορειβατών, που καταγράφηκαν λόγω της αυξημένης κίνησης στο βουνό. «Αυτό το “μποτιλιάρισμα” δημιουργείται στο πιο επικίνδυνο σημείο, το οποίο, λόγω του αραιού αέρα και του ελάχιστου οξυγόνου, ονομάζεται Ζώνη Θανάτου. Καθώς είσαι δεμένος στο σχοινί, δεν μπορείς να προσπεράσεις. Αν οι μπροστινοί καθυστερούν, περιμένεις. Η αναμονή εκεί μπορεί να σε σκοτώσει. Το βουνό ήταν κλειστό για μεγάλο διάστημα λόγω κακοκαιρίας και είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος στο base camp. Είχαμε πει ότι θα πάμε είτε πρώτοι είτε τελευταίοι. Την ημέρα που επιχειρήσαμε κορυφή, ο καιρός ήταν καλός, αλλά έδινε αέρα, οπότε δεν προσπάθησε καμία άλλη ομάδα. Μόνο επτά άτομα ανεβήκαμε. Ήμουν πρώτη στην πορεία, κανένας δεν με καθυστέρησε. Στην επιστροφή βλέπαμε τις ουρές που ανέβαιναν». Ο δυνατός αέρας στην κορυφή τής έκοψε τη χαρά: «Έκανε αδιανόητο κρύο και φυσούσε δαιμονισμένα. Η αλήθεια είναι ότι δεν το ευχαριστήθηκα. Δεν πανηγύρισα και πολύ. Τα μάγουλά μου είχαν σκάσει – τα “φιλιά του Έβερεστ”, που λένε. Το κινητό είχε παγώσει και δεν μπορούσα να βγάλω ούτε βιντεάκι. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορείς να μείνεις και πολύ επάνω, είναι επικίνδυνο».

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ

Η ανάβαση ήταν στα σχέδιά της κατ’ αρχάς λόγω του 7 Summits, που είναι και ο τελικός στόχος της. Πλέον, της μένει μόνο το Βίνσον Μασίφ (4.892 μ.) στην Ανταρκτική, όμως το Έβερεστ το ξεχώριζε έτσι κι αλλιώς. «Ήθελα να είμαι η πρώτη. Είκοσι χρόνια μετά τον πρώτο Έλληνα, να μην έχει ανέβει καμία γυναίκα; Για ποιο λόγο; Πίστευα ότι θα το καταφέρω. Ακόμη, βέβαια, δεν έχω καταλάβει πώς ήμουν τόσο αισιόδοξη». Η Χριστίνα ήρθε να προστεθεί στη λίστα των δεκαεννέα Ελλήνων που έχουν ανέβει (από το 1999 μέχρι σήμερα) και την ακολούθησαν αμέσως άλλες δύο γυναίκες. «Είναι μια σημαντική χρονιά για τις Ελληνίδες ορειβάτισσες. Από εκεί που δεν είχε πατήσει καμία, πατήσαμε τρεις μέσα σε δύο ημέρες. Λίγες ώρες αργότερα, ανέβηκε η φίλη μου Βανέσα Αρχοντίδου και την επόμενη ημέρα η Αλίκη Αναστασοπούλου».

Ωστόσο, η πορεία προς την κορυφή είναι μοναχική, από όσα άτομα κι αν αποτελείται η ομάδα. Σε τέτοιες συνθήκες δεν μπορείς να περιμένεις κανέναν, γι’ αυτό και υπάρχουν οι Σέρπα – αυτόχθονες του Νεπάλ, οι οποίοι συντρέχουν ως βοηθοί. «Είσαι εσύ και ο Σέρπα σου. Αν σταματήσεις, ρισκάρεις όχι μόνο να μη φτάσεις επάνω, αλλά και την ίδια τη ζωή σου». Η Χριστίνα στο συγκεκριμένο θέμα ήταν άτυχη: «Ο Σέρπα μου δεν καταλάβαινε αγγλικά, οπότε όλα ήταν δυσκολότερα. Μου είχε χαλάσει η μάσκα οξυγόνου, του το έλεγα κι εκείνος απλώς μου δυνάμωνε την ένταση, ενώ δεν περνούσε αέρας. Σταμάτησα δεμένη στο σχοινί και είδα πίσω μου φακούς (η ανάβαση ξεκινά νύχτα, καθώς το μεσημέρι ο καιρός στο βουνό “κλείνει” και πρέπει να προλάβεις να επιστρέψεις), πράγμα που σήμαινε ότι έρχονταν ορειβάτες. Τους περίμενα, λοιπόν, και άρχισα να ρωτάω τους άλλους Σέρπα αν είχαν εφεδρική μάσκα. Ο τρίτος ευτυχώς είχε. Την άλλαξα και συνέχισα. Συνολικά μου πήρε δεκατρείς ώρες. Στο κατέβασμα, έκανα τσουλήθρα όπου μπορούσα – καθόλου ορειβατικό αυτό, αλλά δεν άντεχα άλλο…».

*Διαβάσαμε την είδηση στο www.kathimerini.gr