Στις 18 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 112 χρόνια από την ημέρα που γεννήθηκε ο σερ Άλεκ Ισσιγόνης, Έλληνας σχεδιαστής αυτοκινήτων, που έβαλε την υπογραφή του στη δημιουργία του διάσημου Mini του 1959.

Ο Αλέξανδρος Αρνόλδος Κωνσταντίνος Ισσιγόνης γεννήθηκε στη Σμύρνη. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Ισσιγόνης, κι ο παππούς του ήταν Έλληνες μηχανικοί, ενώ η μητέρα του ήταν από τη Βαυαρία. Η οικογένεια του κατείχε ένα εργοστάσιο παραγωγής λεβήτων. Ο Αλέξανδρος δεν είχε δει αυτοκίνητο μέχρι την ηλικία των 12 ετών.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, κατά την πολυτάραχη περίοδο που η Τουρκία αποκτούσε τη σύγχρονη μορφή της, η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει στη Μάλτα το 1922, κι ο πατέρας του πέθανε στο νησί. Τότε η μητέρα του τον πήγε στην Αγγλία, όπου δύο χρόνια αργότερα κατάφερε να αγοράσει το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα «Singer» με αμάξωμα Weymann, με το οποίο ταξίδεψε τη μητέρα του στην Ευρώπη το 1925 αντιμετωπίζοντας – όπως ο ίδιος σχολίαζε συχνά σε φίλους και τους συναδέλφους του ότι το Austin 1800 (ADO17) ήταν το σχέδιο με το οποίο ήταν πιο περήφανος, παρόλο που ποτέ δεν ήταν τόσο εμπορικά επιτυχημένο όσο τα τρία προηγούμενα σχέδια του, όπου ανέφερε αργότερα στον Αθανάσιο Καλλιγέρη (Athan Calligeris) το 1980 – μία «ατέλειωτη σειρά μηχανικών βλαβών».

Αυτή ήταν μία εμπειρία που δεν θα ξεχνούσε ποτέ, μία εμπειρία που τον ώθησε, όταν επέστρεψε, να ξεκινήσει ένα τριετές πρόγραμμα σπουδών σαν μηχανολόγος μηχανικός στην Πολυτεχνική σχολή του Μπάτερσι στο Λονδίνο.

Η δεξιοτεχνία του Άλεκ κι ο ενθουσιασμός του για τη ζωγραφική και τη σχεδίαση ήταν αρκετά για να πυροδοτήσουν την απέχθειά του προς τη θεωρία των Μαθηματικών κι απέτυχε στις εξετάσεις των Μαθηματικών τρεις φορές. Σαν αντιδραστικό κι ελεύθερο πνεύμα που ήταν, απεχθανόταν την αυστηρή λογική των Μαθηματικών, μάλιστα αποκαλούσε τα Μαθηματικά «εχθρό κάθε πραγματικά δημιουργικού ανθρώπου».

Το 1934, ο Ισσιγόνης προσχώρησε στην ομάδα σχεδίασης της Humber Ltd. στο Κόβεντρι, όπου εργάστηκε για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης ανάρτησης. Μόλις δύο χρόνια αργότερα, το 1936, η Morris Motors τον προσέλαβε, λόγω των εξαιρετικών ικανοτήτων του και της τεχνογνωσίας του στον τομέα εξέλιξης των πλαισίων (σασί).

Παράλληλα δημιούργησε ένα ανεξάρτητο εμπρόσθιο σύστημα ανάρτησης για το Morris 10, αλλά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν επέτρεψε την παραγωγή αυτού του τύπου. Το σύστημα χρησιμοποιήθηκε αργότερα στον τύπο MGΥ.

Κατά τη διάρκεια του Πολέμου, ο Αλέξανδρος ανέλαβε να βοηθήσει το στρατό με τη σχεδίαση ενός ελαφρού αναγνωριστικού οχήματος της Morris και άλλων στρατιωτικών οχημάτων κάθε τύπου. Κυρίως πειραματιζόταν με διάφορα στρατιωτικά οχήματα, τα οποία, με το πρακτικό πνεύμα και την ευφυΐα του, τα χρησιμοποίησε για τεστ, δοκιμάζοντας έτσι νέα τεχνικά χαρακτηριστικά κι ιδέες. Χάρη σε αυτές του τις εργασίες ο Ισσιγόνης απέφυγε τη στράτευση και δε συμμετείχε στον Πόλεμο.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Morris κι η Austin συγχωνεύθηκαν για τη δημιουργία της British Motor Corporation (BMC), όπου ο Ισσιγόνης δεν έβλεπε περαιτέρω προοπτικές για τις δημιουργικές ανησυχίες του. Έτσι το 1952, προσχώρησε στην Alvis με στόχο την εξέλιξη ενός πολυτελούς αυτοκινήτου υψηλών επιδόσεων. Αλλά επειδή αυτό το πρόγραμμα κατασκευής δεν ολοκληρώθηκε για οικονομικούς λόγους, η BMC τον προσέλαβε το 1955, ως Αναπληρωτή Τεχνικό Διευθυντή στο Εργοστάσιο της Austin στο Λόνγκμπριτζ. Αποστολή του, αυτή τη φορά, ήταν η δημιουργία τριών νέων μοντέλων, για τη μικρή, μεσαία και πολυτελή/υψηλών επιδόσεων κατηγορία αντίστοιχα, προκειμένου να διασφαλιστεί το μέλλον της μεγαλύτερης, εκείνη την εποχή, ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Ειδικότερα ως προς το πρότζεκτ σχετικά με το νέο μικρό αυτοκίνητο, ο βασικός στόχος ήταν να είναι ευρύχωρο για 4 άτομα και να χρησιμοποιεί, παράλληλα, έναν από τους ήδη υπάρχοντες κινητήρες με κωδικό ADO15. Το προϊόν αυτής της συντονισμένης προσπάθειας ήταν το BMC Mini, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1959.

Με τη δύναμη και την επιβολή του χαρακτήρα του, ο Ισσιγόνης κατάφερε ν’ αντέξει την πίεση που υπέστη η εξέλιξη του νέου μικρού αυτοκινήτου από το 1956, λόγω της κρίσης του Σουέζ. Έτσι, πολύ γρήγορα οδήγησε την ομάδα του σε κορυφαίες επιδόσεις, παραμένοντας ανένδοτος και στον παραμικρό συμβιβασμό για το αυτοκίνητο και την αποστολή του αυτή καθαυτή. Παρά την πίεση, το προσωπικό του όχι μόνο τον σεβόταν, αλλά ενίοτε αναπτύχθηκαν και φιλίες ζωής μαζί του, καθώς ο Ισσιγόνης για πολλούς αποτελούσε πρότυπο επαγγελματία.

Η μεγάλη μέρα, όπως αναφέρουν πληροφορίες της wikipedia ήρθε στις 26 Αυγούστου 1959, με το Mini Classic να παρουσιάζεται επίσημα σε όλες τις χώρες στις οποίες είχε εκπροσώπηση η British Motor Corporation.

Αρχικά το αυτοκίνητο κυκλοφόρησε σε δύο εκδόσεις, ως Morris Mini-Minor και Austin Seven, αν και τα μόνα στοιχεία διαφοροποίησης ήταν η μάσκα, οι αποχρώσεις του αμαξώματος κι οι καλύπτρες στις ζάντες (τάσια). Τα δύο μοντέλα συμπτωματικά προέρχονταν από διαφορετικά εργοστάσια παραγωγής, με το Austin να κατασκευάζεται στο Μπέρμινχαμ και το Morris στην Οξφόρδη, αν και αργότερα η BMC κατασκεύαζε και τις δύο εκδόσεις και στα δύο εργοστάσια. Με τιμή αγοράς £ 496 στη χώρα παραγωγής του, το Mini ήταν το δεύτερο πιο οικονομικό αυτοκίνητο που κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή.

Πολύ σύντομα, η μεγάλη επιτυχία του Mini έκανε και τον «πατέρα» του αυτοκινήτου διάσημο σε όλο τον κόσμο. Αλλά ο Ισσιγόνης τόνιζε συνεχώς «Δεν εφηύρα εγώ το Μίνι, το σχεδίασα». Το Μίνι έγινε το βρετανικό αυτοκίνητο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία και που κατασκευαζόταν μέχρι το 2000.

*Διαβάσαμε την είδηση στο cnn.gr